Στεφανιαία παράκαμψη με πάλλουσα καρδιά (OPCAB) - Πως και Ποιοί ωφελούνται?

Στην κλασική καρδιοχειρουργική, η στεφανιαία παράκαμψη (ή bypass) πραγματοποιείται με τη χρήση εξωσωματικής κυκλοφορίας (on-pump CABG). Το μηχάνημα αυτό σταματά την καρδιά προσωρινά, επιτρέποντας στον χειρουργό να εκτελέσει την επέμβαση σε σταθερό πεδίο, χωρίς την παρουσία αίματος. Το αίμα του ασθενούς διοχετεύεται σε αυτό το σύστημα και επιστρέφει στο σώμα μέσω σωλήνων, διατηρώντας τη συστηματική κυκλοφορία.
Μετά την ολοκλήρωση της επέμβασης, η καρδιά επανεκκινείται. Παρά τα σημαντικά οφέλη της εξωσωματικής κυκλοφορίας, μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές. Οι σωλήνες που χρησιμοποιούνται εισάγονται στην αορτή και στα μεγάλα αγγεία, αυξάνοντας τον κίνδυνο αιμορραγίας ή αποκόλλησης αθηρωματικών πλακών, που μπορεί να οδηγήσουν σε εγκεφαλικό επεισόδιο. Επιπλέον, η επαφή του αίματος με το εξωσωματικό κύκλωμα ενεργοποιεί φλεγμονώδεις αντιδράσεις και μπορεί να επηρεάσει όργανα όπως τα νεφρά, οι πνεύμονες και το ήπαρ. Η καταστροφή αιμοπεταλίων αυξάνει επίσης την πιθανότητα αιμορραγίας, ενώ η μειωμένη αρτηριακή πίεση κατά τη διάρκεια της επέμβασης ενδέχεται να επηρεάσει τη νευρολογική λειτουργία. Επιπρόσθετα, η προσωρινή διακοπή της καρδιακής λειτουργίας προκαλεί μια περίοδο ισχαιμίας, που μπορεί να επιδεινώσει την καρδιακή κατάσταση, ειδικά σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ή πρόσφατο έμφραγμα.
Για να αποφευχθούν οι επιπλοκές αυτές, αναπτύχθηκε η τεχνική της στεφανιαίας παράκαμψης με πάλλουσα καρδιά (OPCAB), που πραγματοποιείται χωρίς εξωσωματική κυκλοφορία. Παρότι στις περισσότερες καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις η εξωσωματική κυκλοφορία είναι απαραίτητη, η στεφανιαία παράκαμψη μπορεί να εκτελεστεί χωρίς αυτήν, αφού τα στεφανιαία αγγεία βρίσκονται στην επιφάνεια της καρδιάς. Σύγχρονες τεχνολογίες και σταθεροποιητές επιτρέπουν στον χειρουργό να ακινητοποιήσει μόνο το σημείο όπου απαιτείται η επέμβαση, ενώ η υπόλοιπη καρδιά συνεχίζει να λειτουργεί φυσιολογικά. Έτσι, η κυκλοφορία του αίματος διατηρείται και η διαδικασία γίνεται λιγότερο επεμβατική.
Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι η OPCAB προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα:
- Μειωμένη νοσηλεία: Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε OPCAB παραμένουν στο νοσοκομείο 4-5 ημέρες, σε αντίθεση με τις 7-9 ημέρες της κλασικής μεθόδου.
- Μικρότερη καταστροφή αιμοσφαιρίων και αιμοπεταλίων, μειώνοντας έτσι τις ανάγκες για μετάγγιση αίματος κατά 33%.
- Συντομότερη διάρκεια χειρουργείου και νοσηλείας στη ΜΕΘ, με μικρότερη εξάρτηση από μηχανική υποστήριξη της αναπνοής, περιορίζοντας τις επιπλοκές του αναπνευστικού.
- Λιγότερες νευρολογικές και νεφρικές επιπλοκές.
- Μείωση της μετεγχειρητικής κολπικής μαρμαρυγής κατά 34%.
Οι ασθενείς που ωφελούνται περισσότερο από αυτήν την τεχνική είναι:
- Ηλικιωμένοι άνω των 75 ετών
- Γυναίκες
- Διαβητικοί
- Ασθενείς με αθηρωματική αορτή
- Νεφροπαθείς
- Άτομα με καρδιακή ανεπάρκεια
- Ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
- Άτομα υπό αντιαιμοπεταλιακή αγωγή ή με περιφερική αγγειοπάθεια
Η εφαρμογή της OPCAB απαιτεί εξειδικευμένη εκπαίδευση και διαφορετική προσέγγιση από την παραδοσιακή χειρουργική στεφανιαίας παράκαμψης. Η συνεχής εξέλιξη της μεθόδου περιλαμβάνει τη χρήση αποκλειστικά αρτηριακών μοσχευμάτων (κυρίως των δύο έσω μαστικών αρτηριών), τα οποία έχουν μεγαλύτερη αντοχή στον χρόνο. Επιπλέον, μειώνει τους χειρισμούς στην αορτή, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο ισχαιμικών εγκεφαλικών επεισοδίων, καθιστώντας την OPCAB μια ασφαλέστερη εναλλακτική για επιλεγμένους ασθενείς.